A Long Zeibekiko for Nikos - Dionisis Savvopoulos

 

 

A Long Zeibekiko for Nikos

 

by Dionisis Savvopoulos

 

This is a rough translation of a very controversial and memetically virulent Greek song of the 1980s by Dionisis Savopoulos, referring to a true incident which happened in the 1970s. There was even a film about this event, called "The Request"). The song was in the form of a ballad, but keeping zeibekiko tempo (9/8) and using bouzouki improvisations in the background.

 

+++++++++++

 

Well, pen and paper.

 

Despair has opened a tunnel. Arcades stuffed in a narrow cell, with glimpses of a blade. High up, in veils of blood, the moon was making mocking sounds. He has no hope.

 

He does not seek freedom.

 

Only justice. He was born at a dirt place near Katerini. Shadows from an oil lamp sliding behind Hade's screen. Nikos was the elder.

 

The other one was Demosthenis. A silend bond, a chilhood picture in another time, set on fire. His old man was hiding on the mountain since '45,and the villagers, for fear of the authorities, kept clear of the kid. So, he was watching them settled in their work, and fury was feeding. The fury of the trapped between the people and the police. Until one day, without any baggage, rolling his hole's wheel, he rolls from Macedonia to Athens, and yet who knows where else? He'll always reach for the star where no police can reach. For the castaways, this sky is the underground. Niko...

 

I can touch your ghost. Niko... Through the subworld of the tong. Two arrests, six years for theft.

 

I can see him when he got out. He was keeping a distance from insanity, not to save himself,but to save insanity, if that makes any sense: He wanted to get married. They told him: "Come to us to inform." He flatly refused. To get away from their fury, he escaped to the country, but wherever he went the message had been received.

 

In Saloniki they smashed him. Almost stumbling, he returned to Athens.

 

Then they got his fiancee. They told her things, her parents helped too, until she cut him off. But he was living totally serious, sleepwalking in a State which triumphs in an endless shriek: No escape! He was holding just one secret breath: The ghetto of the bouzouki clubs. A deep tableau where ecstasy is still alive. "I wanna hear," he said, "the words, the voice, and see my little brother rising. I wanna look at him alone in his dance, and something to happen inside me."

 

Niko...

 

Doghouse, Saturday.

 

Niko...

 

Full of broken plates. "A request", everyone sitting and waiting, and the loudspeakers announced it and all the instrument got in tune for Demosthenis' dance. As he rose, the dancing floor was crowded.

 

He let out a shout: "It’s a request," as he saw the evil approaching in large strides. The floor was now empty, except two cops, who were dancing with their backs turned. The boy pushed them with a shout: "This piece is mine." They threw him down onto shattered glass.

 

He was screaming while dragged around. A fast forwarded movie, Nikos' life.

 

His brakes were burnt. Except insanity, he had nothing to hold on, because they had shattered everything. He rumbles under the spotlight of his darkness in his horrendeous performanceso violently that I am unable to say what happened down there. The whole drama was performed, I think, in the sphere of the invisible. He said to himself "Niko, get a grip," but he was already pulling out the blade. I can see the first one who got hit, bending, holding a police badge. Three dead, six more injured, screams, "open the door, they'll slaughter us". While pulling out the boy, he was talking to himself: "You, they can't touch."

 

Niko...

 

You heady stock. Niko...

 

What have you done? Then he went to hide at a friend's, but he felt they'd turn him in. "I'll get a boat", he said, "sail to open sea, and get drowned in a storm. ""They'll get mad, searching for Niko, and finding no Niko." But as he got out he saw them, like derby dogs, one of them holding the handcuffs. They were all around, appearing from everywhere.

 

His life was hanging from a thread which he wouldn't let to them.

 

So he threw a knife to make the cops kill him, but they just aimed for the legs. He was crawling and swearing till a restaurant keeper hit him with a plank. His trial was held in Bloody November.

 

I wonder if he was feeling it. The press, anyway, presented him clearly as a bloodthirsty beast. The same was said by many liberals.

 

That wasn't strange. Their convention saw in him another threat. The same was said by many popular musicians to the reporter of a magazine. But Bithikotsis waves him away and says "Too much trouble to explain to you... "Nobody witnessed for him except his employer and his landlady. The lawyers were saying "A subnormal psyche! Look at his papers!"

 

Niko...

 

You blacked out village. Niko...

 

Who are those around you? He wrote himself off right away.

 

He said "I must die." He got into the trouble of the judges, but they didn't get into his. While he was talking about his life to the deaf.

 

I thought I couldn't stand it. The court was operating in there, but justice was outside. In his letters from prison, life was no diferent. He was suffocating like a mythical beast, here as much as there. Could this be one shiver further, showing a distance from the drama,and carrying, like a volatile wonder, the galley of justice?My art has lived strange moments and knows of justice. His motives were not lowly.

 

I can see him in slow motion,like a deity being unchained of its panic and expanding, breaking loose on the unsuspecting crowds of the fiest that violate its asylum. Let the queue get longer by spitting on him in rage, trying to shake him with the straitjacket and the electroshocks.

 

They'll get what they deserve, driven in labyrinths of nightmare, eternally, with no salvation,through the cosy slavery of the judge who does not understand.

 

Niko...

 

It will never be like that Niko...

 

It is the disease that saves usAs it brings you away from your cellNiko...

 

To the sky of your music.

 

 

Translated by Takis Alva aka “Rhinoceros”, 2002

 

 

GREEK TEXT

 

 

Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο

Σαββόπουλος Διονύσης
Μουσική/Στίχοι: Σαββόπουλος Διονύσης

Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι.
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχε⛡ ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-

Γεννήθηκε σ' ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη...
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.

Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ' το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ' τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ' τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.

Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ' την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν' η παρανομία.

Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας

Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ' την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς· να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού 'παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!

Κι απ' την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του·
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.

Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ' ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγⓢ καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν' ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ' αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»

Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο

«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.

Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.

Έξω απ' την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το 'χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.

Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…»

Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο

Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν' ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.

Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα 'δινε σ' αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού 'ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του 'δωσε μια με ένα καδρόνι...

Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί· παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ' αυτόν, μιαν άλλη απειλή.

Το 'παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ' αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.

Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ' έχουν κυκλωμένο;

Ο ίδιος ξέγραψε απ' αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του [σε κουφούς], θαρρούσα δεν θ' αντέξω.
[Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ' έξω.]

Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει·
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;

Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ' ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.

Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.

Νίκο, ποτέ δεν θα 'ναι έτσι.
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.